Αίτηση ακύρωσης

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΑΙΤΗΣΗ

 

Των:

  1. Συλλόγου      Γονέων και Κηδεμόνων των μαθητών του Α΄      Πρότυπου Πειραματικού Γυμνασίου Αθηνών, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με      έδρα την Αθήνα, οδός Ηπίτης 15.
  2. Συλλόγου      Γονέων και Κηδεμόνων 2ου  Πειραματικού Γυμνασίου Αθήνας, όπως      νόμιμα εκπροσωπείται με έδρα την οδού Φιλήμονος 2 και Τσόχα, Αθήνα.
  3. Συλλόγου      Γονέων και Κηδεμόνων του Β΄      Πειραματικού Γυμνασίου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Διδακτήριο του Β΄      Πειραματικού Γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη, όπως νόμιμα εκπροσωπείται.
  4. Συλλόγου      Γονέων και Κηδεμόνων Μαθητών Βαρβακείου      Πειραματικού Γυμνασίου, με έδρα την Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται.
  5. Συλλόγου      Γονέων και Κηδεμόνων Μαθητών του Πειραματικού Γυμνασίου Ιωνιδείου Σχολής Πειραιώς, με έδρα      τον Πειραιά, όπως νόμιμα εκπροσωπείται.
  6. Συλλόγου      Γονέων και Κηδεμόνων του Πρότυπου Πειραματικού Γυμνασίου Ευαγγελικής  Σχολής Σμύρνης
  7. Συλλόγου      Γονέων και Κηδεμόνων του Πρότυπου      Πειραματικού Γυμνασίου Ηρακλείου Κρήτης, που εδρεύει στο Ηράκλειο      Κρήτης , ως νόμιμα εκπροσωπείται.
  8. Συλλόγου      Γονέων και Κηδεμόνων του Πρότυπου      Πειραματικού Γυμνασίου Αγίων Αναργύρων, που εδρεύει στους Αγ.      Αναργύρους Αττικής, ως νόμιμα εκπροσωπείται.
  9. Συλλόγου      Γονέων και Κηδεμόνων του Α΄      Πειραματικού Γυμνασίου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Διδακτήριο του Α΄      Πειραματικού Γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη, όπως νόμιμα εκπροσωπείται.
  10. Συλλόγου      Γονέων και Κηδεμόνων 2ου  Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου      Μακεδονίας ΠΣΠΜ, όπως νόμιμα εκπροσωπείται με έδρα τη Θεσσαλονίκη.
  11. Συλλόγου      Γονέων και Κηδεμόνων του Πρότυπου      Πειραματικού Γυμνασίου Πατρών. όπως νόμιμα εκπροσωπείται με έδρα την      Πάτρα.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ

 

  1. Της από 20.2.2013 και χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου απόφασης της Διοικούσας Επιτροπής Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) με θέμα «Εισαγωγή μαθητών στα Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία (Π.Π.Σ.) για το σχολικό έτος 2013-2014» και
  2. Κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, ρητής ή σιωπηρής, προγενέστερης ή μεταγενέστερης

ΚΑΤΑ

Του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται.

……………………….

Α. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

 

Όλοι εμείς τυγχάνουμε νόμιμοι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων των ως άνω Πειραματικών Σχολείων, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Ν. 1566/1985.

Με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Γ΄ (άρθρα 36 έως 52) του ν. 3966/2011 μεταρρυθμίστηκε το νομικό καθεστώς που διέπει τα ως άνω Πειραματικά Σχολεία, τα οποία μετονομάζονται πλέον σε «Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία» (Π.Π.Σ.) και διαφοροποιήθηκαν οι σκοποί τους και το γενικότερο καθεστώς λειτουργίας τους.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρ. 31 του ν. 1566/1985 σκοπός των πειραματικών σχολείων, όπως λειτούργησαν και λειτουργούν μέχρι σήμερα ήταν η πρακτική παιδαγωγική επιμόρφωση του εκπαιδευτικού προσωπικού και η πειραματική εφαρμογή προγραμμάτων και μεθόδων διδασκαλίας, καθώς και η πειραματική χρήση σχολικών βιβλίων, οπτικοακουστικών και άλλων μέσων εκπαιδευτικής τεχνολογίας (παρ. 1), ενώ η εγγραφή των μαθητών σε αυτά γινόταν με κλήρωση (παρ. 6), καθώς μόνο με τυχαίο δείγμα μαθητών τα συγκεκριμένα σχολεία ήταν δυνατόν να ανταποκριθούν στον χαρακτήρα τους και να υπηρετήσουν την αποστολή τους.

Αντίθετα σκοπός των Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων του ν. 3966/2011, όπως καθορίζονται στο άρ. 36 αυτού, είναι όχι μόνο η πειραματική εφαρμογή προγραμμάτων και μεθόδων διδασκαλίας και η ανάπτυξη καινοτόμων πρακτικών και δράσεων, αλλά και η δημιουργία και προώθηση των αρίστων μαθητών (βλ. αιτιολογική έκθεση του νόμου σελ. 12), για τον λόγο δε αυτόν εισάγεται ο θεσμός των εξετάσεων για την επιλογή των μαθητών στο Λύκειο (άρ. 44 παρ. 5).

Κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του ν. 3966/2011 -χωρίς πάντως να γίνεται ειδικότερη μνεία στο ποιες είναι οι συγκεκριμένες εξουσιοδοτικές διατάξεις- εκδόθηκε η προσβαλλόμενη από 20.2.2013 απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) με την οποία καθορίστηκε ο τρόπος εισαγωγής των μαθητών στα Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία για το σχολικό έτος 2013-2014 και ειδικότερα:

α) στα Πρότυπα Πειραματικά Νηπιαγωγεία και στα Πρότυπα Πειραματικά Δημοτικά με κλήρωση, με εξαίρεση την περίπτωση που κάποιο από τα εν λόγω νηπιαγωγεία συνδέεται με κάποιο από τα ανωτέρω δημοτικά, οπότε οι απόφοιτοι του νηπιαγωγείου εγγράφονται απευθείας (δηλαδή χωρίς κλήρωση) στο συνδεδεμένο δημοτικό σχολείο.

β) στα Πρότυπα Πειραματικά Γυμνάσια (Α΄ Γυμνασίου) με δοκιμασία (τεστ) δεξιοτήτων, η οποία ισχύει ακόμα για τους μαθητές Δημοτικών Σχολείων που συνδέονται με Γυμνάσια, και σε συγκεκριμένα γνωστικά πεδία (Κατανόηση κειμένων ελληνικής γλώσσας, Μαθηματικά και Φυσικά) και

γ) στα Πρότυπα Πειραματικά Λύκεια με εξετάσεις ή άλλη δοκιμασία (τεστ δεξιοτήτων και γνώσεων), η οποία ισχύει ακόμα για τους μαθητές Γυμνασίων που συνδέονται με Λύκεια, και σε συγκεκριμένα γνωστικά πεδία (Κατανόηση κειμένων ελληνικής γλώσσας και Μαθηματικά).

Κατά της εν λόγω απόφασης και κατά το μέρος αυτής με το οποίο ορίζονται οι εξετάσεις (ή δοκιμασία – τεστ δεξιοτήτων) ως τρόπος εισαγωγής των μαθητών στα Πειραματικά Γυμνάσια, προσφεύγουμε ενώπιόν σας αιτούμενοι την ακύρωσή της για τους ακόλουθους νόμιμους, βάσιμους και αληθινούς λόγους, καθώς και όσους ρητώς επιφυλασσόμεθα να προσθέσουμε νομίμως με δικόγραφο προσθέτων λόγων στο μέλλον.

Β. ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

 

Ι. Επί του ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ της αιτήσεως

 

1. Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Σας

Η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη της Δ.Ε.Π.Π.Σ., οργάνου διοίκησης των Π.Π.Σ. σε εθνικό επίπεδο κατ’ άρ. 39 του νόμου, θέτουσα απρόσωπους κανόνες δικαίου σχετικούς με τη διαδικασία Εισαγωγής των μαθητών στα Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία (Π.Π.Σ.) για το σχολικό έτος 2013-2014, έχει προδήλως κανονιστικό χαρακτήρα, και παραδεκτώς προσβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου σας.

2. Έννομο συμφέρον

Το έννομο συμφέρον μας είναι προφανές, καθόσον η προσβαλλόμενη θίγει άμεσα, ηθικά και υλικά, στον παρόντα χρόνο και προσωπικά τα τέκνα των γονέων μελών μας, υπό την ιδιότητά τους ως μαθητών πρώην Πειραματικών Σχολείων, καθόσον με την επιβολή και μόνο των εξετάσεων στις οποίες μπορούν να μετάσχουν όλοι οι μαθητές οιωνδήποτε σχολείων, και την υποβολή σε φροντιστηριακή προετοιμασία και σε συνθήκες αιφνιδιασμού θέτει προσκόμματα στη φοίτησή τους στα ίδια σχολεία και σε αμφισβήτηση την συνέχιση της φοίτησής τους σε αυτά, βλάπτοντας στον πυρήνα τους θεμελιώδη συνταγματικά και υπερνομοθετικά κατοχυρωμένα δικαιώματά τους ως μαθητών. Μάλιστα, τα ανωτέρω σε συνδυασμό με τον τεράστιο αριθμό υποψηφίων για την κατάληψη των θέσεων από όλα τα άλλα σχολεία, καθιστούν βέβαιη την αποχώρηση, αν όχι του συνόλου των ως άνω τέκνων μας, πάντως των περισσότερων από αυτά.

Εξάλλου, οι αιτούντες Σύλλογοι, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα καταστατικά τους, αποσκοπούν μεταξύ άλλων στη συνεργασία οικογένειας και σχολείου για την αγωγή και εκπαίδευση των μαθητών, στην ενίσχυση των σχέσεων και της αλληλεπίδρασης μεταξύ γονέων, μαθητών και εκπαιδευτικών, στη βελτίωση των όρων φοίτησης και διαβίωσης των παιδιών, στη μελέτη των προβλημάτων των μαθητών και το συντονισμό της δράσης όλων των γονέων για τη λύση τους, στην ισότιμη συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς του Σχολείου για την ολοκλήρωση του παιδαγωγικού και διδακτικού έργου με την ενίσχυση στην απρόσκοπτη και αδέσμευτη άσκηση του λειτουργήματός τους, την πλήρη εφαρμογή της Δημόσιας Δωρεάν Παιδείας, καθώς και στη συνεχή επιδίωξη αναμόρφωσης της δομής της εκπαίδευσης και των αναλυτικών προγραμμάτων, στην πληρότητα και αρτιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού, ώστε να παρέχεται ουσιαστική γενική και ειδική μόρφωση σε όλους τους μαθητές, θεμελιώνουμε και εξ αυτού του λόγου πρόδηλο έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρούσας.

3.  Εμπρόθεσμο της αίτησης

Η παρούσα, μολονότι δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως όπως θα έπρεπε κατ’ άρ. 44 παρ. 2 και 4 του ν. 3966/2011, ασκείται προδήλως εμπροθέσμως, ήτοι εντός εξηκονθημέρου από την ημ/νία που φέρει.

4. Εκτελεστός χαρακτήρα της προσβαλλόμενης

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν κατά το χρόνο που ασκείται η παρούσα η προσβαλλόμενη δεν έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ, δεν τίθεται κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου Σας ζήτημα απαραδέκτου, καθώς αφενός η δημοσίευση θα έχει λάβει χώρα έως την πρώτη συζήτηση της παρούσας αίτησης (ενδεικτικά ΣτΕ 3210/1984, 1313/1987), αφετέρου η πράξη έχει αρχίσει ήδη να εφαρμόζεται μέσω της αποστολής της στα Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία, ενώ θέτει αποκλειστικές προθεσμίες για την υποβολή αιτήσεων των μαθητών που επιθυμούν να συμμετάσχουν στις εξετάσεις και για τη διενέργεια των εξετάσεων, ώστε προβλέπεται μετά βεβαιότητας ότι θα εφαρμοσθεί για το νέο σχολικό έτος 2013-2014, η δε Διοίκηση τη θεωρεί ισχυρή και προβαίνει σε ενέργειες σύμφωνα με αυτή (ενδεικτικά ΣτΕ 494/1994, 534/1994, 5012/1997).

Όλως επικουρικώς, η προσβαλλόμενη απόφαση εκ της φύσεώς της και του περιεχομένου της και για λόγους ασφαλείας δικαίου, είναι εν πάση περιπτώσει ακυρωτέα προς αποφυγή του ενδεχομένου της εφαρμογής της στο μέλλον (ΣτΕ 87/2011).

 

ΙΙ. Λόγοι Ακυρώσεως

1. Μη δημοσίευση της προσβαλλόμενης στο ΦΕΚ

 

 

Σύμφωνα με τις παρ. 2 και 4 του άρ. 44 του ν. 3966/2011 «Θεσμικό πλαίσιο των Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων, ίδρυση Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Οργάνωση του Ινστιτούτου Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ» και λοιπές διατάξεις» (βλ. αναλυτικά αμέσως παρακάτω) η απόφαση της Δ.Ε.Π.Π.Σ. για τις προϋποθέσεις εγγραφής και εισαγωγής των μαθητών στα πρότυπα πειραματικά σχολεία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η προσβαλλόμενη όμως απόφαση, καίτοι εφαρμόζεται θέτουσα εκτός των λοιπών ρυθμίσεων και προθεσμίες υποβολής αιτήσεων (βλ. αναλυτικά ανωτέρω υπό Ι.4), δεν έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ και συνεπώς τυγχάνει ακυρωτέα ως ανυπόστατη.

 

2. Παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας- μη έκδοση της Υ.Α περί συνδεδεμένων σχολείων  – Παράβαση νόμου

Σύμφωνα με το άρ. 44 παρ. 1, 2, 3, 4 του ν. 3966/2011 «1. Τα Πρότυπα Πειραματικά νηπιαγωγεία μπορεί να συνδέονται με Πρότυπα Πειραματικά δημοτικά σχολεία, τα οποία επίσης μπορεί να συνδέονται με Πρότυπα Πειραματικά γυμνάσια. Η σύνδεση αυτή πραγματοποιείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, ύστερα από εισήγηση της Δ.Ε.Π.Π.Σ.

Τα συνδεδεμένα Π.Π.Σ. διατηρούν τη διοικητική τους αυτοτέλεια.

 2. Υφιστάμενα πειραματικά νηπιαγωγεία, δημοτικά σχολεία και γυμνάσια τα οποία συνδέονται μεταξύ τους, ύστερα από τον ορισμό τους ως Π.Π.Σ. κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, διατηρούν τη σύνδεση αυτή, ώστε οι απόφοιτοι του νηπιαγωγείου ή του δημοτικού σχολείου να εγγράφονται στο δημοτικό σχολείο ή το γυμνάσιο, αντίστοιχα….

 3. Αν το Πρότυπο Πειραματικό δημοτικό σχολείο δεν συνδέεται με Πρότυπο Πειραματικό νηπιαγωγείο, η εισαγωγή των μαθητών γίνεται με κλήρωση.

 4. Αν το Πρότυπο Πειραματικό γυμνάσιο δεν συνδέεται με Πρότυπο Πειραματικό δημοτικό σχολείο, καθώς και στην περίπτωση της κάλυψης των επιπλέον θέσεων για τα συνδεδεμένα Πρότυπα Πειραματικά γυμνάσια, η εισαγωγή μαθητών γίνεται με βάση προϋποθέσεις που ορίζονται με απόφαση της Δ.Ε.Π.Π.Σ., που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του οικείου ΕΠ.Ε.Σ. και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

Κατά την έννοια της παρ. 1 υπάρχει δυνατότητα σύνδεσης των πρότυπων πειραματικών σχολείων μεταξύ τους ώστε τα πρότυπα πειραματικά νηπιαγωγεία να συνδέονται με Πρότυπα Πειραματικά δημοτικά σχολεία, και αυτά με Πρότυπα Πειραματικά γυμνάσια. Η σύνδεση αυτή πραγματοποιείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, ύστερα από εισήγηση της Δ.Ε.Π.Π.Σ. Μάλιστα, η έκδοση της απόφασης του Υπουργού περί συνδέσεως προηγείται χρονικά, καθώς συνιστά νομικά και ουσιαστικά αναγκαία προϋπόθεση για την εισαγωγή-επιλογή των μαθητών στα Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία, δεδομένου ότι τα συνδεδεμένα σχολεία διαφοροποιούνται από τα λοιπά Πρότυπα στον τρόπο εισαγωγής των μαθητών σε αυτά. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε συστημικά προτάσσεται στο νόμο, άρ. 44, στην παρ. 1 αυτού, σε σχέση με τον τρόπο επιλογής των μαθητών, που καθορίζεται στις επόμενες αυτής παρ. 2, 3 και 4 (βλ. αμέσως παρακάτω).

Εν προκειμένω έχει μεν εκδοθεί η υπ’ αριθμ. πρωτ. 50210/Δ1/4.5.2012 απόφαση της ΔΕ.Π.Π.Σ. με θέμα «Σύνδεση Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων (Π.Π.Σ) διαφορετικών βαθμίδων», η οποία αποτελεί κατά τα ανωτέρω εισήγηση για την έκδοση της σχετικής Υ.Α, πλην όμως δεν έχει εκδοθεί η εν λόγω ΥΑ, έλλειψη η οποία καθιστά ακυρωτέα τη διαδικασία πρωτίστως για έλλειψη ουσιώδους τύπου της διαδικασίας άλλως και για παράβαση νόμου.

3. Παράβαση των αρχών της χρηστής Διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου

Η αρχή της δικαιολογημένης – προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου κατοχυρώνεται συνταγματικά από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 1 παρ. 3, 4-25, 26, 87, 93, 94 και 95 Συντάγματος, συνάγεται από την αρχή του κοινωνικού Κράτους Δικαίου και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη στην τήρηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει. Εξάλλου, η εν λόγω αρχή αναγνωρίζεται και από το ΔΕΚ (R. KOVAR CLUNET, 1977), έχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο υπερσυνταγματική ισχύ. Συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη του οποίου οι επιλογές υπόκεινται στο δικαστικό έλεγχο και από την άποψη της τηρήσεως αυτής (βλ. ενδεικτικά 703/1990 Π.Ε. ΣτΕ, 805/1987, 2261/1984, 247/1980 ΣτΕ).

Εν προκειμένω η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση παραβιάζει κατάφωρα με την προσβαλλόμενη την ως άνω συνταγματική αρχή πολλαπλώς.

Με δεδομένο ότι οι μαθητές έχουν εισαχθεί προ της ψήφισης του νόμου του 2011 και με διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς ευλόγως προσδοκούσαν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους στο εν λόγω σχολείο. Η προσβαλλόμενη  αιφνιδιάζει λοιπόν όλους εμάς, γονείς και μαθητές, οι οποίοι είχαν εγγραφεί στο συγκεκριμένο ενιαίο πειραματικό σχολείο με την πεποίθηση ότι θα αποφοιτούσαν από την τελευταία τάξη του σχολείου αυτού (Γ΄ Λυκείου), είχαμε δε οργανώσει τις ζωές τις δικές μας και των οικογενειών μας με βάση το προγενέστερο καθεστώς, το οποίο βιαίως ανατρέπει η ρύθμιση και δη χωρίς την καθιέρωση μιας ανεκτής μεταβατικής περιόδου. Σε κάθε δε περίπτωση, με τη θέσπιση εξετάσεων, θέτει τη συνέχιση της φοίτησης των τέκνων μας στο ίδιο σχολείο σε αμφιβολία.

Και ναι μεν ο ν. 3966/2011 στο άρ. 51 παρ. 10 εδ. β΄, έθεσε ως πρώτο χρόνο εφαρμογής των επίμαχων διατάξεων του άρ. 44, το σχολικό έτος 2012-2013 και στη συνέχεια με το άρ. 329 παρ.4α του νόμου 4072/2012, το σχολικό έτος 2013-2014. Πλην όμως το διάστημα για τη μετάβαση στο σύστημα των εξετάσεων είναι ανεπαρκές, με δεδομένο ότι:

α) δεν έχει καθορισθεί ακόμα πλήρως και σαφώς το πλαίσιο λειτουργίας των Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων, καθώς:

– ο χαρακτηρισμός των σχολικών μονάδων ως Προτύπων Πειραματικών Σχολείων έγινε με πρόσφατα την ΥΑ 122084/Δ4/25.10.2011 (ΦΕΚ 2546 Β΄/7.11.2011) και τη νεότερη ΥΑ 66365/Δ4/13.6.2012 (ΦΕΚ 1968 Β΄/18.6.2012)

– δεν έχει ακόμα εκδοθεί η απαιτούμενη κατά το άρ. 44 παρ. 1 του ν. 3966/2011 Υ.Α για τα συνδεδεμένα σχολεία, παρά μόνο η υπ’ αριθμ. 50210/Δ1/4.5.2012 απόφαση της ΔΕΠΠΣ

– δεν έχει καθορισθεί ο τρόπος διεξαγωγής των εξετάσεων, οι συντελεστές βαρύτητας των μαθημάτων, τα λοιπά κριτήρια (θα καθορισθούν προφανώς με νεώτερη απόφαση της ΔΕΠΠΣ, η οποία πάντως δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα), ενώ ο καθορισμός των γνωστικών πεδίων είναι γενικόλογος και αόριστος

β) δεν έχουν ακόμα στελεχωθεί και λειτουργήσει τα αρμόδια όργανα . Σχετικό είναι το από 14.1.2013 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη προς τη ΔΕΠΠΣ στο οποίο διαπιστώνεται ότι παραμένει σε εκκρεμότητα η ρύθμιση σοβαρών ζητημάτων που άπτονται της εκπλήρωσης και της λειτουργίας των πρότυπων πειραματικών σχολείων, χαρακτηρίζεται προβληματικό να απαιτείται από τους μαθητές που εισήχθησαν στην Α΄ τάξη του πειραματικού γυμνασίου με διαφορετικό πλαίσιο, διαφορετική προοπτική και προγραμματισμό να ανταποκριθούν σε εξετάσεις, των οποίων το πλαίσιο εξακολουθεί να παραμένει ασαφές και τέλος προτείνεται να ισχύσουν οι μεταβατικές διατάξεις (δηλαδή η μεταβατική περίοδος) για τα σχολικά έτη 2012-2013 και 2013-2014, ώστε «αφενός στο πλαίσιο της χρηστής διοίκησης να μην ανατρέπεται ο προγραμματισμός που έχει γίνει βάσει του πλαισίου που ίσχυε κατά την εγγραφή των μαθητών στο πειραματικό γυμνάσιο, αφετέρου να υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για τον βέλτιστο σχεδιασμό ενεργειών και υλοποίηση των νομοθετικών προβλέψεων».

γ) τα περισσότερα Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία δηλώνουν ανέτοιμα για την εφαρμογή του νόμου (Δ/νσεις και καθηγητές)

δ) εξαιτίας της αβεβαιότητας δημιουργούνται συνθήκες ανασφάλειας και αποδιοργάνωσης, αφού ενόψει εξετάσεων είναι λογικό -όπως άλλωστε διδάσκει η εμπειρία των πανελληνίων εξετάσεων- οι μαθητές να ενδιαφέρονται και να μεριμνούν για την εισαγωγή τους στην επόμενη τάξη και όχι για την ολοκλήρωση της μαθησιακής διαδικασίας της τρέχουσας σχολικής χρονιάς

ε) σε περίπτωση αποτυχίας στις εξετάσεις -σημειωτέον ότι αυτή φαντάζει αρκετά πιθανή ενόψει αδιευκρίνιστου αριθμού ενδιαφερόμενων μαθητών που θα υποβάλλουν αιτήσεις για συμμετοχή και του αόριστου του συστήματος εξετάσεων και των μαθημάτων, στα οποία θα εξετασθούν οι υποψήφιοι-, τα τέκνα μας θα αναγκαστούν λίγο πριν την έναρξη της σχολικής περιόδου να αποκοπούν από το σχολικό περιβάλλον και να αναζητήσουν νέο σχολείο. Θα θεωρούνται δε «αποτυχόντες» έναντι των επιτυχόντων «αρίστων» συμμαθητών τους.

Καθίσταται συνεπώς σαφές ότι η μεταβατική περίοδος του ενός έτους που παρασχέθηκε από το νόμο δεν συνιστά ικανό μεταβατικό στάδιο, εξαιτίας της σοβαρότητας της μεταρρύθμισης σε πανελλήνιο επίπεδο και των εξετάσεων που προσομοιάζουν με πανελλαδικές. Η προσβαλλόμενη δε απόφαση, καθόσον ρυθμίζει κατ’ επιταγή μεν του νόμου πλην όμως αιφνιδιαστικά, την εισαγωγή των μαθητών με το νέο καθεστώς χωρίς στην ουσία να υπάρχει μεταβατικό στάδιο για την προσαρμογή των μαθητών και εκπαιδευτικών στη νέα πραγματικότητα, παραβιάζει τις ως άνω αρχές και είναι ακυρωτέα.

4. Παραβίαση συνταγματικών αρχών ίσης μεταχείρισης και αναλογικότητας

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος «1. οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις».

Κατά την κρατούσα άποψη σε θεωρία και νομολογία, με τη διάταξη της παραγρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος καθιερώνεται η αρχή της ισότητας η οποία αποτελεί νομικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη, όσο και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, η παράβασή του δε, ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Κατά τον έλεγχο αυτό, που είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος των κατ` αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, ο κοινός νομοθέτης ή η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση δύναται να ρυθμίσει κατά ενιαίο ή διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις ή σχέσεις, λαμβανομένων υπόψη των υφισταμένων κοινωνικών, οικονομικών, επαγγελματικών ή άλλων συνθηκών, που συνδέονται με τις υπό ρύθμιση καταστάσεις ή σχέσεις, επί τη βάσει δε γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων να προβαίνει στη σχετική ρύθμιση μέσα στα όρια της αρχής της ισότητας, που αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση είτε υπό την μορφή χαριστικού μέτρου ή προνομίου, μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια είτε υπό τη μορφή επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση καταστάσεων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες ή αντιθέτως, τη διαφορετική μεταχείριση των αυτών ή παρομοίων καταστάσεων.

Σύμφωνα με το Άρθρο 25 του Συντάγματος: «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 2. Η αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη».

Επίσης η αρχή της αναλογικότητας, απορρέουσα από την έννοια και τους θεσμούς του κράτους δικαίου, καθιερώνεται ήδη ρητώς από το Σύνταγμα (άρθρ. 25 παρ. 1) και συγκαταλέγεται, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από τον κοινό νομοθέτη και τη διοίκηση περιορισμοί εις την άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι μόνον οι αναγκαίοι και να συνάπτονται προς τον υπό του νόμου επιδιωκόμενο σκοπό. Ένα μέτρο που προβλέπεται από διάταξη νόμου ως τρόπος εύρυθμης και ασφαλούς λειτουργίας της υπηρεσίας, τότε μόνον αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, όταν από το είδος του ή τη φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Ενόψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος), οι επιβαλλόμενοι από το νόμο ή την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών ελευθεριών (μεταξύ των οποίων και η οικονομική ελευθερία κατ` άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και πρέπει να είναι ανάλογοι σε σχέση με αυτόν.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του 2ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ: «Ουδείς δύvαται  vα στερηθή τoυ δικαιώματoς όπως εκπαιδευθή.  Παv Κράτoς εv  τη ασκήσει τωv αvαλαμβαvoμέvωv  υπ’  αυτoύ καθηκόvτωv  επί τoυ πεδίoυ της μoρφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται τo  δικαίωμα τωv  γovέωv  όπως εξασφαλίζωσι τηv  μόρφωσιv  και εκπαίδευσιv  ταύτηv  συμφώvως πρoς τας ιδίας αυτώv  θρησκευτικάς και φιλoσoφικάς πεπoιθήσεις».

Σύμφωνα με το Νόμο 1532 της 19/19.3.85. (Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα. (Α` 45): Άρθρο 13. 1. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα μορφώσεως κάθε   προσώπου. συμφωνούν ότι η μόρφωση πρέπει να αποβλέπει στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και του αισθήματος της αξιοπρέπειάς της και να ενισχύει το σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Συμφωνούν ακόμη ότι η μόρφωση πρέπει να καθιστά κάθε πρόσωπο ικανό να διαδραματίσει ένα χρήσιμο ρόλο σε μια ελεύθερη κοινωνία, να ευνοεί την κατανόηση, την ανοχή και φιλία μεταξύ όλων των εθνών και όλων των φυλετικών ομάδων,  των εθνικών ή θρησκευτικών και να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της   δραστηριότητας των Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της ειρήνης. 2. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι προς το σκοπό εξασφαλίσεως της πλήρους άσκησης του δικαιώματος αυτού: α) Η βασική εκπαίδευση πρέπει να είναι υποχρεωτική και να παρέχεται σε όλους δωρεάν. β) Η μέση εκπαίδευση, με τις διάφορες μορφές της, στην οποία περιλαμβάνεται και η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση πρέπει να γενικεύεται, ώστε να καθίσταται ευχερής σε όλους με όλα τα κατάλληλα μέσα και μάλιστα με την προοδευτική θέσπιση της δωρεάν παιδείας.   γ) Η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται σε όλους ισότιμα ανάλογα με τις ικανότητες καθενός, με όλα τα κατάλληλα μέσα και μάλιστα με την προοδευτική θέσπιση της δωρεάν παιδείας.  δ) Η στοιχειώδης εκπαίδευση πρέπει να προάγεται ή να εντείνεται κατά το μέτρο του δυνατού γι` αυτούς που δεν έχουν λάβει βασική εκπαίδευση ή  δεν την έχουν συμπληρώσει. ε) Πρέπει να επιδιωχθεί ενεργά η ανάπτυξη συστήματος σχολείων για όλες τις βαθμίδες, να δημιουργηθεί επαρκές σύστημα υποτροφιών και να βελτιωθεί κατά τρόπο μόνιμο η οικονομική κατάσταση του διδακτικού προσωπικού. 3. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να σέβονται την ελευθερία των γονέων και, ενδεχόμενα των νόμιμων κηδεμόνων, να εκλέγουν για τα παιδιά τους ιδρύματα που δεν ανήκουν ή δεν υπάγονται στο Δημόσιο, αλλά ανταποκρίνονται στα οριζόμενα από το κράτος ή εγκεκριμένα ελάχιστα όρια εκπαίδευσης και να εξασφαλίζουν τη θρησκευτική και ηθική  μόρφωση των παιδιών τους σύμφωνα προς τις ίδιες τους πεποιθήσεις. 4. Καμιά από τις διατάξεις του άρθρου αυτού δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι θίγει την ελευθερία των φυσικών και νομικών προσώπων να ιδρύουν και διευθύνουν εκπαιδευτικά ιδρύματα με την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της παρ. 1 του παρόντος άρθρου και ότι η παρεχόμενη σ` αυτά εκπαίδευση θα είναι σύμφωνη προς τα ελάχιστα όρια και πρότυπα που τάσσονται από το κράτος. Άρθρο 14.  Κάθε συμβαλλόμενο Κράτος, το οποίο κατά το χρόνο που συμβλήθηκε δεν   μπορούσε ακόμη να εξασφαλίσει μέσα στην επικράτειά του ή σε επικράτεια  της δικαιοδοσίας του την υποχρεωτική και δωρεάν παιδεία σε ό,τι αφορά  τη στοιχειωδη εκπαίδευση, αναλαμβάνει την υποχρέωση να συντάξει και  εγκρίνει σε προθεσμία δύο ετών λεπτομερές πρόγραμμα των μέτρων που  απαιτούνται για την προοδευτική πραγματοποίηση, μέσα σε λογικό αριθμό  ετών, που ορίζεται στο πρόγραμμα, της πλήρους εφαρμογής της αρχής της  υποχρεωτικής και δωρεάν στοιχειώδους παιδείας, για όλους.   Αρθρο 15. 1. Τα συμβαλλόμενα Κράτη αναγνωρίζουν σε όλους το δικαίωμα: α) Συμμετοχής στην επιμορφωτική ζωή, β) Να ωφελούνται από την επιστημονική πρόοδο και τις εφαρμογές της, γ) Να ωφελούνται από την προστασία των ηθικών και υλικών συμφερόντων τα οποία προκύπτουν από κάθε επιστημονικό, φιλολογικό ή καλλιτεχνικό έργο τους. 2. Τα μέτρα που θα λάβουν τα συμβαλλόμενα κράτη για την εξασφάλιση της πλήρους άσκησης του δικαιώματος αυτού πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τα απαιτούμενα για την εξασφάλιση της συντήρησης, της ανάπτυξης και της  μετάδοσης της επιστήμης και της μόρφωσης. 3. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να σεβαστούν την απαραίτητη ελευθερία στις επιστημονικές έρευνες και δημιουργικές δραστηριότητες. 4. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν τα ωφελήματα τα οποία πρέπει να  προκύψουν από την ενθάρρυνση και ανάπτυξη της συνεργασίας και τις διεθνείς επαφές στον τομέα της επιστήμης και της μορφώσεως.

Το άρθρο 16 παρ. 4 και οι ως άνω διατάξεις θεμελιώνουν συνεπώς εκ της σαφούς διατύπωσης τους ένα γνήσιο υποκειμενικό δικαίωμα εξοπλισμένο με αγώγιμη αξίωση (κάτι που δέχεται αντίστοιχα και το Conseil d’ Etat, CE 27.4.1987, RFDA 1989.153).

To επίπεδο παρεχόμενης παιδείας πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι επαρκές και κατάλληλο και να παρέχεται ισότιμα σε όλους. Τούτο έχει δεχθεί και το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας [BVerfGE 33, 303 (331)], σύμφωνα με το οποίο η συνταγματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στον τομέα της εκπαίδευσης δεν μπορεί να περιορίζεται στην προστασία κατά των κρατικών επεμβάσεων, γιατί το δικαίωμα θα έμενε χωρίς αξία χωρίς την πραγματική ικανότητα να γίνει χρήση του και επομένως το δικαίωμα κάθε πολίτη να ακολουθεί ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα, εφόσον έχει τη θέληση και την ικανότητα προς τούτο, δεν επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη.

Όπως είναι γνωστό σε όλους και συνάγεται και από την κοινή πείρα  ειδικά για την περίπτωση πρώτης εφαρμογής μιας τέτοιας διαδικασίας εξετάσεων, γεγονός είναι ότι αδικούνται πολλοί υποψήφιοι μαθητές λόγω του διαφορετικού βαθμού ενημέρωσής τους σε σχέση με τις εξετάσεις, δεδομένου ότι η οριστικοποίηση αυτών επέρχεται με την απόφαση της Δ.Ε.Π.Π.Σ. μόλις λίγες εβδομάδες πριν τη διεξαγωγή τους. Και τούτο, καθώς ήδη πολλοί μαθητές από μη συνδεδεμένα σχολεία συμμετέχουν σε προετοιμασία για τις εξετάσεις, οι οποίοι μέχρι πρότινος θεωρούσαν ευλόγως ότι θα συνεχισθεί η φοίτησή τους και στο λύκειο με μόνη την εγγραφή τους σε αυτό. Επομένως υφίσταται προετοιμασία πολλών ταχυτήτων και είναι δεδομένη η άνιση αντιμετώπιση των μαθητών ως προς τις εξετάσεις και η βεβαιότητα άδικου σε σχέση με την πραγματική αξία τους αποτελέσματος. Και ναι μεν στην προσβαλλόμενη αναφέρεται ότι οι μαθητές δεν θα απαιτηθεί να κάνουν φροντιστηριακή εξάσκηση, τούτο όμως αφορά το δέον γενέσθαι και όχι την πραγματικότητα η οποία είναι τελείως διαφορετική και ευνοεί την προσφυγή σε φροντιστήρια λόγω ακριβώς του τρόπου εισαγωγής, ο οποίος ενισχύει τον ανταγωνισμό για την κατάληψη μιας εκ των συγκεκριμένων θέσεων και κατ’ ακολουθία την αναγκαιότητα καλύτερης προετοιμασίας των μαθητών μέσω φροντιστηρίων. Με αυτόν μάλιστα τον τρόπο το σχολείο μετατρέπεται από χώρο μάθησης σε πεδίο επιβίωσης, και μάλιστα όχι ακριβώς των καλύτερων μαθητών, αλλά αυτών που θα προλάβουν να προετοιμασθούν καλύτερα.

Επίσης τα τέκνα μας, όπως και όλοι οι μαθητές που φοιτούν στο σχολείο  υφίστανται άνιση μεταχείριση σε σχέση προς τους μαθητές που πρόκειται να εισέλθουν στο σχολείο κατόπιν εξετάσεων και τούτο διότι οι πρώτοι πρόκειται ουσιαστικά να αποβληθούν από το σχολικό τους περιβάλλον και τίθενται δε λόγω της προσβαλλόμενης σε μειονεκτική και ανισότιμη θέση σε σχέση προς τους υποψηφίους να εισέλθουν από άλλο σχολικό περιβάλλον. Είναι δε προφανές και το δυσανάλογο, άρα αντισυνταγματικό, της συγκεκριμένης ρύθμισης όσον αφορά το δικαίωμα των τέκνων μας να έχουν σταθερό σχολικό περιβάλλον εξαιτίας ακριβώς του γεγονότος αυτού.

Εξάλλου εξαιτίας του αιφνιδιασμού και της απουσίας συγκεκριμένης εξεταστέας ύλης δημιουργείται πρόδηλη ανισότητα μεταξύ των μαθητών των ιδίων και διαφορετικών σχολείων.

 

5. Κρίσιμο είναι τέλος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθορίζει καθόλου την εξεταστέα ύλη, κάτι που παρουσιάζει ως δήθεν πλεονέκτημα ενώ τούτο αποτελεί το μεγαλύτερο μειονέκτημά της, διότι μη υπάρχουσας συγκεκριμένης και αντικειμενικά προκαθορισμένης ύλης καλούνται οι μαθητές να εξετασθούν σε απεριόριστα γνωστικά πεδία και κατά τούτο καθίσταται εκ των πραγμάτων περισσότερο επιβαλλόμενη η προσφυγή σε φροντιστήρια, κάτι που έχει δημιουργήσει κυριολεκτικά πανικό. Αυτό δηλαδή επιτείνει το φαινόμενο αιφνιδιασμού των μαθητών ακόμα περισσότερο και δημιουργεί τεράστιο πανικό και πρόδηλη ανισότητα στην προετοιμασία τους.

Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίσταται εξεταστέα ύλη πρόκειται για παντελώς αόριστη και γενική κάτι που εγκυμονεί κίνδυνο για την καταλληλότητα – προσφορότητα των θεμάτων που θα τεθούν. Σε αυτό άλλωστε συνηγορεί και ο Συνήγορος του Πολίτη, ο οποίος ομιλεί περί ασάφειας. Η υποχρέωση για προηγούμενο καθορισμό συγκεκριμένης ύλης προκύπτει εξάλλου από το νόμο και το Σύνταγμα που επιβάλλει οι διαδικασίες επιλογής να γίνονται με σαφώς προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια γνωστά στους υποψηφίους ώστε να προετοιμάζονται κατάλληλα και να υπάρχουν εκ των προτέρων γνωστοί σε όλους κανόνες, ώστε να εκκινούν όλοι από την ίδια ισότιμη βάση.

 

Επειδή η παρούσα αίτησή μας τυγχάνει καθ’ όλα παραδεκτή και νόμιμη, 
οι δε προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως τυγχάνουν αληθείς και βάσιμοι.
 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Και όσους ρητώς επιφυλασσόμεθα να προσθέσουμε νομίμως στο μέλλον 
με δικόγραφο προσθέτων λόγων
 
ΑΙΤΟΥΜΕΘΑ 
Να γίνει δεκτή η αίτησή μας. 
Να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και κάθε άλλη συναφής, 
προγενέστερη ή μεταγενέστερη, ρητή ή σιωπηρή, πράξη ή παράλειψη της Διοίκησης. 
Να καταδικασθεί ο αντίδικος στην εν γένει δικαστική μας δαπάνη 
και την αμοιβή του πληρεξουσίου μας δικηγόρου.
 
Αθήνα, 7.3.2013
Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος
Advertisements

About sylogosevaggeliki

Σύλλογος Γονέων Προτύπου Γυμνασίου Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης
This entry was posted in ΧΩΡΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s